Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

 

Μικροβίωμα σε υγιή άτομα και σε χρόνιες παθήσεις (διαβήτης, παχυσαρκία, γαστρεντερικές, καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνος)

 

Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα έχει αναδείξει με σαφήνεια τον καθοριστικό ρόλο του ανθρώπινου μικροβιώματος στη διατήρηση της υγείας αλλά και στην ανάπτυξη χρόνιων νοσημάτων. Το ανθρώπινο σώμα φιλοξενεί περισσότερα από 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν βακτήρια, μύκητες, ιούς και πρωτόζωα. Το σύνολο αυτών των μικροοργανισμών –η μικροχλωρίδα– αποτελεί ένα δυναμικό οικοσύστημα που αλληλεπιδρά συνεχώς με τον ανθρώπινο οργανισμό.

 

Σε φυσιολογικές συνθήκες, οι μικροοργανισμοί αυτοί συνυπάρχουν αρμονικά με τον ξενιστή, συμβάλλοντας σε κρίσιμες λειτουργίες όπως:

 

  • η ωρίμανση και ακεραιότητα του εντερικού επιθηλίου,

  • η ρύθμιση του μεταβολισμού,

  • η εκπαίδευση και ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος,

  • η προστασία από παθογόνους μικροοργανισμούς.

 

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση μικροβίων εντοπίζεται στο λεπτό και κυρίως στο παχύ έντερο, αν και μικροβιακοί πληθυσμοί υπάρχουν σε όλο το σώμα (στόμα, δέρμα, ουρογεννητικό σύστημα). Η σύνθεση και λειτουργία του μικροβιώματος διαφέρει σημαντικά μεταξύ ατόμων και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η γενετική προδιάθεση, η διατροφή, το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής.

 


 

Το μικροβίωμα ως «λειτουργικό όργανο»

 

Ο ανθρώπινος εντερικός μικροβιόκοσμος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ερευνητές ως ένα «επιπλέον όργανο», καθώς περιέχει έως και 150 φορές περισσότερα γονίδια από το ανθρώπινο γονιδίωμα. Κάθε άτομο διαθέτει ένα μοναδικό μικροβιακό αποτύπωμα, το οποίο αρχίζει να διαμορφώνεται από τη γέννηση.

 

Η πρώτη επαφή του βρέφους με μικροοργανισμούς συμβαίνει κατά τον τοκετό και μέσω του μητρικού γάλακτος. Η σύσταση της μικροχλωρίδας της μητέρας επηρεάζει καθοριστικά το αρχικό μικροβίωμα του νεογνού. Στη συνέχεια, η διατροφή, οι λοιμώξεις, η χρήση αντιβιοτικών και η περιβαλλοντική έκθεση μπορούν να τροποποιήσουν σημαντικά τη μικροβιακή ισορροπία.

 

Η πλειονότητα των μικροοργανισμών είναι συμβιωτικοί, προσφέροντας όφελος τόσο στον άνθρωπο όσο και στους ίδιους. Ωστόσο, μικρός αριθμός δυνητικά παθογόνων μικροβίων μπορεί να συνυπάρχει χωρίς πρόβλημα, εφόσον διατηρείται η ισορροπία. Όταν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί (δυσβίωση), αυξάνεται η ευαλωτότητα σε φλεγμονώδεις και μεταβολικές νόσους.

 


 

Μικροβίωμα και χρόνιες παθήσεις

 

Η δυσβίωση του εντερικού μικροβιώματος έχει συσχετιστεί με πληθώρα παθήσεων, όπως:

 

  • παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο,

  • σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2,

  • φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου,

  • καρδιαγγειακά νοσήματα και αθηροσκλήρωση,

  • μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD),

  • κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα,

  • ψυχικές και αυτοάνοσες διαταραχές.

 

Η αυξημένη εντερική διαπερατότητα (“leaky gut”) επιτρέπει τη διέλευση βακτηριακών μεταβολιτών και ενδοτοξινών στην κυκλοφορία του αίματος, προκαλώντας χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού – έναν βασικό μηχανισμό στην ανάπτυξη καρδιομεταβολικών νοσημάτων.

 


 

Μεταβολισμός, φυτικές ίνες και λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας (SCFAs)

 

Ο ανθρώπινος οργανισμός στερείται πολλών ενζύμων που απαιτούνται για την πέψη σύνθετων υδατανθράκων. Το μικροβίωμα αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, διασπώντας φυτικές ίνες και άπεπτους υδατάνθρακες και παράγοντας λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας (SCFAs), όπως το οξικό, το προπιονικό και το βουτυρικό οξύ.

 

Τα SCFAs:

 

  • αποτελούν πηγή ενέργειας για τα εντεροκύτταρα,

  • ρυθμίζουν την ανοσολογική απόκριση,

  • συμβάλλουν στη ρύθμιση της όρεξης και του μεταβολισμού,

  • φαίνεται να έχουν προστατευτικό ρόλο έναντι φλεγμονωδών νοσημάτων και ορισμένων καρκίνων.

 

Η σταδιακή αύξηση της πρόσληψης φυτικών ινών είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς απότομες αλλαγές μπορεί να προκαλέσουν φούσκωμα και αυξημένα αέρια, ειδικά σε άτομα με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

 


 

Πρεβιοτικά και προβιοτικά: πρακτική προσέγγιση

 

Πρεβιοτικά είναι μη πέψιμες ουσίες που διεγείρουν την ανάπτυξη ευεργετικών μικροοργανισμών. Περιλαμβάνουν φρουκτοολιγοσακχαρίτες, ινουλίνη, λακτουλόζη και άλλους ολιγοσακχαρίτες.

 

Προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί που, όταν χορηγούνται σε επαρκείς ποσότητες, προσφέρουν όφελος στον ξενιστή. Βρίσκονται κυρίως σε τρόφιμα ζύμωσης όπως:

 

  • γιαούρτι με ζωντανές καλλιέργειες,

  • κεφίρ,

  • kimchi,

  • kombucha,

  • tempeh,

  • miso,

  • λάχανο τουρσί.

 

Το έντερο αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο πολύπλοκη αποικία μικροοργανισμών στο ανθρώπινο σώμα.

 


 

Συμπέρασμα

 

Το ανθρώπινο μικροβίωμα αποτελεί έναν καθοριστικό ρυθμιστή της μεταβολικής, ανοσολογικής και συνολικής υγείας. Η διατήρηση της ισορροπίας του μέσω σωστής διατροφής, περιορισμού της αλόγιστης χρήσης αντιβιοτικών και υγιεινού τρόπου ζωής αποτελεί βασικό πυλώνα πρόληψης και αντιμετώπισης χρόνιων νοσημάτων.

 


 

Βιβλιογραφία 

 

  1. Turnbaugh PJ, et al. The human microbiome project. Nature. 2007;449:804–810.

  2. Lynch SV, Pedersen O. The human intestinal microbiome in health and disease. N Engl J Med. 2016;375:2369–2379.

  3. Tilg H, Zmora N, Adolph TE, Elinav E. The intestinal microbiota fuelling metabolic inflammation. Nat Rev Immunol. 2020;20:40–54.