Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Σακχαρώδης διαβήτης: διαγνωστικά κριτήρια και συμπτώματα

Ο σακχαρώδης διαβήτης χαρακτηρίζεται από αυξημένη γλυκόζη στο αίμα, λόγω ανεπαρκούς παραγωγής ινσουλίνης, μειωμένης αποτελεσματικότητας της δράσης της ή συνδυασμού των δύο.

Η διάγνωσή του βασίζεται σε συγκεκριμένα εργαστηριακά κριτήρια.Η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει τον διαβήτη, ιδιαίτερα τον τύπο 2, ο οποίος μπορεί να παραμένει αδιάγνωστος για μεγάλο διάστημα.

Ποια είναι τα διαγνωστικά κριτήρια;

Σύμφωνα με την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA), τα διαγνωστικά όρια είναι τα ακόλουθα:

ΕξέτασηΔιαγνωστικό όριοΠροϋποθέσεις
Γλυκόζη πλάσματος νηστείας ≥126 mg/dL Τουλάχιστον 8 ώρες χωρίς θερμιδική πρόσληψη. Επιτρέπεται νερό.
Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη — HbA1c ≥6,5% Μέτρηση με κατάλληλα πιστοποιημένη και τυποποιημένη μέθοδο. Δεν απαιτείται νηστεία.
Γλυκόζη πλάσματος στις 2 ώρες της δοκιμασίας ανοχής γλυκόζης ≥200 mg/dL Μετά από λήψη 75 g γλυκόζης, στο πλαίσιο τυποποιημένης εξέτασης.
Τυχαία γλυκόζη πλάσματος ≥200 mg/dL Μαζί με κλασικά συμπτώματα υπεργλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμική κρίση.

«Τυχαία» μέτρηση σημαίνει μέτρηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ανεξάρτητα από το πότε προηγήθηκε γεύμα. Η τιμή στις δύο ώρες της καμπύλης αφορά τη συγκεκριμένη δοκιμασία με 75 g γλυκόζης, όχι μέτρηση μετά από συνηθισμένο γεύμα.

Πότε χρειάζεται επιβεβαίωση;

Όταν δεν υπάρχουν σαφή συμπτώματα ή αδιαμφισβήτητη υπεργλυκαιμία, ένα μόνο παθολογικό αποτέλεσμα δεν αρκεί συνήθως για οριστική διάγνωση.

Απαιτούνται δύο αποτελέσματα εντός των διαγνωστικών ορίων, τα οποία μπορεί να προκύπτουν:

  • Από την ίδια εξέταση σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές.

  • Από δύο διαφορετικές εξετάσεις, ακόμη και στην ίδια αιμοληψία, όπως γλυκόζη νηστείας ≥126 mg/dL και HbA1c ≥6,5%.

Εάν δύο εξετάσεις διαφωνούν, επαναλαμβάνεται συνήθως εκείνη που υπερβαίνει το διαγνωστικό όριο και αξιολογούνται πιθανοί παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα.

Αντίθετα, όταν υπάρχουνκλασικά συμπτώματα υπεργλυκαιμίας και τυχαία γλυκόζη πλάσματος ≥200 mg/dL, ή υπεργλυκαιμική κρίση, δεν απαιτείται δεύτερη εξέταση για να τεθεί η διάγνωση.

Τι δείχνει η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη;

Η HbA1c αποτυπώνει τη μέση έκθεση του οργανισμού στη γλυκόζη κατά τους προηγούμενους περίπου δύο έως τρεις μήνες.

Ωστόσο, η αξιοπιστία της μπορεί να επηρεαστεί από ορισμένες αναιμίες, αιμοσφαιρινοπάθειες, πρόσφατη αιμορραγία ή μετάγγιση και άλλες καταστάσεις που μεταβάλλουν τη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο γιατρός επιλέγει τα κατάλληλα κριτήρια γλυκόζης.

Μια HbA1c κάτω από 6,5% δεν αποκλείει από μόνη της τον διαβήτη, όταν άλλες εξετάσεις πληρούν και επιβεβαιώνουν τα διαγνωστικά κριτήρια.

Ποια είναι τα συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας;

Τα κλασικά συμπτώματα είναι:

  • Πολυουρία: αυξημένη ποσότητα ούρων, συχνά με συχνουρία και νυχτερινές ουρήσεις.

  • Πολυδιψία: έντονη ή επίμονη δίψα.

  • Ανεξήγητη απώλεια βάρους, χωρίς αντίστοιχη προσπάθεια αδυνατίσματος.

Μπορεί επίσης να εμφανιστούν αυξημένη πείνα, ξηροστομία, κόπωση και θολή όραση. Η βραδεία επούλωση πληγών και οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις, ιδιαίτερα μυκητιάσεις, μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε έλεγχο για διαβήτη.

Τα συμπτώματα δεν είναι πάντοτε έντονα ή χαρακτηριστικά. Ενοχλήματα όπως η κόπωση, ο κνησμός ή η στυτική δυσλειτουργία έχουν πολλές πιθανές αιτίες και δεν τεκμηριώνουν από μόνα τους διάγνωση διαβήτη.

Ειδικά η κόπωση ή η υπνηλία δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ισοδύναμες με τα κλασικά συμπτώματα που συνοδεύουν το κριτήριο της τυχαίας γλυκόζης ≥200 mg/dL.

Μπορεί η διάγνωση να γίνει με οικιακό μετρητή;

Οι μετρητές σακχάρου στο δάκτυλο είναι χρήσιμοι για την παρακολούθηση, αλλά δεν υποκαθιστούν τις εργαστηριακές εξετάσεις για την αρχική διάγνωση.

Μια αυξημένη οικιακή μέτρηση χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από συμπτώματα.

Πότε απαιτείται άμεση αξιολόγηση;

Έντονη δίψα και συχνουρία που συνοδεύονται από εμέτους, κοιλιακό πόνο, βαθιές ή γρήγορες αναπνοές, οσμή φρούτων στην αναπνοή, σύγχυση ή έντονη υπνηλία μπορεί να υποδηλώνουν σοβαρή μεταβολική απορρύθμιση, όπως διαβητική κετοξέωση.

Σε αυτή την περίπτωση απαιτείται άμεση αξιολόγηση σε Τμήμα Επειγόντων, ακόμη και αν δεν υπάρχει γνωστό ιστορικό διαβήτη.

Τι ισχύει στην εγκυμοσύνη;

Ο έλεγχος κατά την εγκυμοσύνη ακολουθεί ειδικό πρωτόκολλο.Τα παραπάνω όρια δεν είναι τα κριτήρια διάγνωσης του διαβήτη κύησης, για τον οποίο χρησιμοποιούνται διαφορετικά όρια και συγκεκριμένος χρόνος ελέγχου.

Η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης

Η έγκαιρη αναγνώριση του διαβήτη επιτρέπει την έναρξη κατάλληλης αντιμετώπισης. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να εμφανιστούν συμπτώματα για να πραγματοποιήσουμε έλεγχο, όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου.

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων γίνεται με βάση το συνολικό ιστορικό. Οι εξετάσεις γλυκόζης και HbA1c τεκμηριώνουν την παρουσία διαβήτη, αλλά δεν καθορίζουν από μόνες τους τον τύπο του· σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται πρόσθετη διερεύνηση.

Βιβλιογραφία

  1. American Diabetes Association Professional Practice Committee for Diabetes. 2. Diagnosis and Classification of Diabetes: Standards of Care in Diabetes—2026.Diabetes Care. 2026;49(Suppl 1):S27–S49

  2. National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases.Diabetes Tests & Diagnosis

  3. National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases.The A1C Test & Diabetes

  4. National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases.Symptoms & Causes of Diabetes

  5. Centers for Disease Control and Prevention.Diabetic Ketoacidosis